16/2/11

Το Φυτικόν Βασίλειον

Άπνους
κατακλίνεσαι πένθιμος μέσα στους θάμνους
άρκτους
ονειρεύεσαι άγρυπνος κάτω απ’ τους κάκτους.

Στην πληγωμένη μοναξιά των ελαιώνων
και στην απέραντη σιωπή των ορυζώνων
σκέπτεσαι μόνον

Απλανείς και πλάνητες, αειθαλείς και φυλλοβόλους
να τους έκαιγες όλους

και μέσα στα μαρμάρινα τα εκμαγεία να περιελίσσεσαι.

Εις Τον Αντώνιον Τον Φρύγα

Μακάριος ατενίζεις τους επικριτάς σου
την χλαμύδαν την χρυσοποίκιλτον περιβεβλημένος.
Το βλέμμα απλανές, αι παρειαί υπέρυθροι
με κείνο το υπέρυθρον των ρόδων του Μαϊου.

Γαλήνιος ως ήσο όταν έζης
ως ήσυχος με την συνείδησίν σου,
ω των ανθρώπων αθλιώτατε.

Αποχαιρετισμός

Γιρλάντας γιορτινάς σε περιέβαλον
και στεφάνους ρόδων μυροβόλων:
μα τας περικοκλάδας κοιτών εμελαγχόλησα.
Δύσθυμος ατενίζω το μνημείον.
Θα προτιμούσα να σε ενθυμούμαι σπανιώτερον.

Στην Έρημη Φτέρη Γελούσες

Στην έρημη φτέρη
γελούσες, Λευτέρη

Να Ζεις (Η1Ν1)

Ο τυφλός τρόμος
υποχωρεί
μπροστά στο ένστικτο της αυτοσυντήρησης.

Η κυρία με τη μάσκα
την έβγαλε για να φάει...

Στους Τροπικούς

Ήχος της βροχής
Κάτω από τα φύλλα
Μπανανόφυλλα

Καρύδες πέφτουν
Φοβού τις μαϊμούδες
Δώρα φέρουσες

23/1/11

Εις το όρος Αραράτ εκάθησα...

Κάτω απ’ την πέτρα δε μπορούσα να σε θυμηθώ
πάνω απ’ την πέτρα μαγεμένος σε αντίκρυσα
μέσα στην πέτρα ήταν το βλέμμα μου θολό
έξω απ’ την πέτρα ήπια και ξεδίψασα.
Η πέτρα σ’ έφαγε, η πέτρα σε τυλίγει
μικρέ, καημένε, κοντοπίθαρε Γεδεών.