Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Οι Μπαλάντες του Λονδίνου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Οι Μπαλάντες του Λονδίνου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

17/3/11

Λουϊζα


Δεν ήτανε στο μπαρ, δεν ήταν στις καμπίνες
δεν ήταν ούτε στην ακρογιαλιά.
Μου είπαν κάτι φίλοι την είδαν με το Μπίλη
να βγαίνει με μια βάρκα στ’ ανοιχτά.

Της είχα πει πριν φύγω θα γύριζα σε λίγο
και μού’πε θα περίμενε στην πλαζ.
Γυρίζοντας νομίζω την είδα με το Μήτσο
να βγαίνει με την Πόρσε απ’ το γκαράζ.

Χωρίς αμφιβολία, ήταν στην παραλία
κι’ εγώ ο χαζός δεν πρόσεξα καλά.
Νομίζω κατά βάθος πως κάνω κάποιο λάθος
μα λάθη πάντα γίνονται πολλά.

Κι’ όλο ψάχνω λοιπόν τη Λουΐζα
κι’ όλο γυρεύω τη Λουΐζα, παιδιά.
Η καρδιά μου κόπηκε στη ρίζα,
βγήκε από την πρίζα και δε δουλεύει πια.

Δεν ξέρω τι να κάνω, που όσο και να ψάχνω
δε βρίσκω τη Λουΐζα πουθενά.
Πόσο είχα λείψει τάχα; Πέντε λεπτά μονάχα,
μα πρόλαβε και χάθηκε ξανά.

Δεν ξέρω τι παθαίνω, νομίζω πως πεθαίνω
κάθε φορά που φεύγει ξαφνικά.
Μου λένε τελευταία πως πάει με τον Αντρέα
μα εγώ δεν τους πιστεύω φυσικά.

Κι’ όλο φωνάζω Λουΐζα, Λουΐζα
κι’ όλο δε βρίσκω Λουΐζα πουθενά.
Η καρδιά μου κόπηκε στη ρίζα,
βγήκε από την πρίζα και δε δουλεύει πια...

Ποιητικοί Διάλογοι


Να θες τον ύπνο σου αλαφρύ παράλογο δεν είναι
(καημένε Κορατζίνε, σε σκέπασαν αφροί).
Έτσι και τα χρωστούμενα πρέπει να μας τα δίνεις
αντί να τα αφήνεις σε σπίρτων Πετεφρή.
Γιατί πηγάδης η ζωή, πηγάδης μαγγανίτης
μια στου θριάμβου τη βουή και την επαύριο αλήτης.

********************************************

Θνητός κανένας δε μπορεί το μέλλον να προβλέψει
γιατί τον κόσμο κυβερνάει με χέρι στιβαρό
ο Δίας, που τα μελλούμενα με δίκιο τα ορίζει
κι’ ότι είν’ στη ζήση να γενεί το λέει το ριζικό.
Για τούτο πρέπει στη ζωή απλόχερα να δίνεις
μα και στον Κορατζίνο, μα και στον Πετεφρή
γιατί όσα πλούτια κι’ αγαθά στις κάσες κι’ αν συνάξεις
αγέρας είναι, και καπνός, και ίσκιοι αλαφροί.

Το Πεπρωμένο (Ρεμπέτικα για όλους)


Μην περιμένεις ξαφνικά πολύξερος να γίνεις
το πεπρωμένο ειν’ στη ζωή να παίρνεις και να δίνεις.
Όπου να πας κι’ όπου να’ρθείς κι’ όποιο καπνό φουμάρεις
μια θα την έχεις την καρδιά ωσότου να κρεπάρεις.

Δε μας τάπες βρε Μανώλη πως δεν πας στον καφενέ
και τους μάγκες τους σνομπάρεις και το παίζεις κυριλέ.

Σαν το γαϊδούρι στο παχνί και το τραγί στη στάνη
γυρίζεις μεσ’ στις ντισκοτέκ και δεν ακούς Τσιτσάνη.
Τη γειτονιά σου την παλιά ποτέ σου δε θυμάσαι
και τους παλιούς σου βλάμηδες άμα τους δεις λυπάσαι.

Δε μας τάπες βρε Μανώλη πως δεν πας στον καφενέ
και τους μάγκες δε γουστάρεις και το παίζεις κυριλέ.

20/2/11

Κωσταντίνα


Ο μπαμπάς είναι μπατίρης, η μαμά είναι φακίρης
και η κόρη η Κωσταντίνα είναι μόνη στην κουζίνα.

Κωσταντίνα, Κωσταντίνα
η καρδιά μου είναι άδεια σαν κεφάλι υπουργού
η ζωή μου, Κωσταντίνα
έχει μείνει κρεμασμένη από ράμφος πελαργού.
Ο λαός στα πανηγύρια κάνει τούμπες
κι’ οι πολιτικοί του τραγουδάνε αρλούμπες
όλα δουλεύουν συστηματικά
όλα δουλεύουν συναισθηματικά.

Και σ’ αγαπάω, πάντα σ’ αγαπάω
πέφτω στα πόδια σου όταν παραπατάω
και σ’ αγαπούσα, πάντα σ’ αγαπούσα
θέλω να σου φιλήσω την πατούσα.

Ο μπαμπάς είναι κοθώνι, η μαμά παίζει τρομπόνι
και η κόρη η Κωσταντίνα τραγουδάει σαν σειρήνα.

Κωσταντίνα, Κωσταντίνα
η καρδιά μου είναι άδεια σαν κεφάλι υπουργού
η ζωή μου, Κωσταντίνα
είναι ακόμα κρεμασμένη από ράμφος πελαργού.
Ο λαός ποτέ δεν κάνει διαδηλώσεις
οι υπάλληλοι πληρώνονται με δόσεις
όλα δουλεύουν συστηματικά
όλα δουλεύουν συναισθηματικά.

Και σ’ αγαπάω, ναι, σ’ αγαπάω
όλη τη μέρα θάθελα να σε κοιτάω
και σ’ αγαπούσα, ναι, σ’ αγαπούσα
πόσο μ’ αρέσει να σου γλείφω την πατούσα.

(Άγγελος και Γύφτος Αστέρια του) Καζατσόκ


Ο γέρο-Δήμος πέθανε, ο γέρο-Δήμος πάει,
δε θα ξαναπεινάσει πια και δε θα ξαναφάει.

Δήμο πρόσεχε
έρχονται οι καλόγεροι
που κρατούν χρυσό μπρελόκ
και χορεύουν καζατσόκ.

Μπρούμυτα στο κιβούρι του ξαπλώνει και κοιμάται
παρακαλώ σας κύματα μη μου τον εξυπνάτε.

Δήμο τράβα μπρος
ο παπάς είναι χοντρός
κάνε του ηλεκτροσόκ
να χορέψει καζατσόκ.

Από την πόλη έρχομαι και τα σκυλιά δεμένα
κι’ ο παπαγάλος λιάζεται με τη χρυσή καδένα.

Δήμο ξύπνα πια
έρχονται οι φίλοι σου
που ψηφίσανε ΠΑΣΟΚ
και χορεύουν καζατσόκ.

Αντικειμενικά Κριτήρια


Θέλεις, μα δεν ξέρεις που πηγαίνεις
κι’ άλλωστε τα πάντα είναι ακριβά
θυμάσαι αλλά δεν καταλαβαίνεις
κι’ ύστερα δε σε παίρνει τελικά.

Θα το ξεπεράσεις, μη φοβάσαι
κι’ άλλοι το ξεπέρασαν πολλοί
πίστευε τις νύχτες που κοιμάσαι
πως έχεις φρύδια σαν του Καραμανλή.

Δεν υπάρχει άλλη αιτία
κοιμούνται τα φαντάσματα βαρειά
μα ροχαλίζουνε στη θεία λειτουργία
και πρέπει κάποιος να τους σφίξει τα λουριά.

Εκείνη να σου λέει πως είναι άνοιξη
κι’ εσύ να την κοιτάζεις με κατάνυξη
κι’ η ιστορία μοιάζει σαν το σαλιγκάρι
που τρέχει γρήγορα και δύσκολα φρενάρει
και παραθείο
για το θείο Περικλή.

Η μπαλάντα του Αλή Πασά (Ξαφνικά...)

Όχι, σου το είπα εκατό φορές
δεν υπάρχει λύση έξω από την πόρτα
πια...

Πες στον ανθρωπάκο με το κόκκινο κασκόλ
να σου δώσει τα κλειδιά του τα χρυσά
να κοιτάξεις την αλήθεια με διπλά γυαλιά
και να δώσεις τη δραχμή σου στον ανάπηρο
που τυλίγεται στη γούνα του την κίτρινη
και κλωτσάει τη μπάλλα πίσω την ασπρόμαυρη
που’ ρχεται στα μούτρα του Αλή Πασά

που φωνάζει
το βεζύρη του
και το γέρο
το φακίρη του
και καρφώνουν την παράγκα του πασατεμπά
πού’ναι πίσω απ’ την καλύβα του μπαρμπα-Θωμά
και ο γέρος
μερακλώθηκε
κι’ άρχισε να τραγουδάει τρα-λα-λα
κι’ ο απέναντι του κλείνει το παράθυρο
γιατί δε μπορεί να κοιμηθεί απ’ το θόρυβο
και ξαπλώνει το στρώμα του κατάχαμα
και βλέπει εφιάλτες μεσ’ στον ύπνο του
ξαφνικά...