27/2/11

Το Τέλος του Παιχνιδιού


Έστησα με προσοχή όλα μου τα πιόνια.
Τοποθέτησα το βασιλιά, τη βασίλισσα, τους ευγενείς, τους αυλικούς.
Τους αξιωματικούς, τους υπαξιωματικούς, τους απλούς φαντάρους...
Έβαλα στην κατάλληλη θέση τα κανόνια, τις βόμβες και τις νάρκες.
Στάθηκα και τα κοίταξα: Ήταν όλα όπως ακριβώς θα έπρεπε να είναι.

«Η σειρά σου», είπα. «Τι περιμένεις;»

Με κοίταξες περίεργα. «Ποτέ δε μαθαίνεις από τα λάθη σου», είπες και σηκώθηκες από το τραπέζι θριαμβευτικά.

«Τι θέλεις να πεις;» ρώτησα. «Τι έκανα πάλι λάθος;»

Χαμογέλασες και μου έδειξες ένα χοντρό βιβλίο. «Ξέχασες τους κανόνες του παιχνιδιού», είπες.

Άνοιξα με προσοχή το βιβλίο. Ήταν δερμάτινο, με χρυσά γράμματα, και φάνταζε πελώριο.
Το ξεφύλλισα. Εκατοντάδες σελίδες, όλες λευκές.
Και μόνο στην πρώτη σελίδα, με μεγάλα κόκκινα γράμματα, έγραφε: «ΚΑΝΟΝΑΣ ΠΡΩΤΟΣ: ΕΧΕΙΣ ΧΑΣΕΙ».

Το τελευταίο ταξίδι


Ακούω, σφυρίζεις τρεις φορές, απ’ το λιμάνι βγαίνεις,
μεσ’ στην ομίχλη πρόβαλαν τα φώτα σου θαμπά.
Ανταριασμένη θάλασσα, τη σκίζεις σα δελφίνι,
η πλώρη σου περήφανη τα κύματ’ αψηφά.

Ο καπετάνιος στέκεται ορθός στην τιμονιέρα,
βαστάει το  τσιμπούκι μεσ’ στα δόντια του σφιχτά.
Ολούθε μαύρος ουρανός, ούτ’ ένα αστέρι φέγγει,
ορθώνονται τα κύματα αλλόκοτα θεριά.

Μονάχα το ναυτόπουλο εσφούγγισ’ ένα δάκρυ
σαν χάθηκε απ’ τα μάτια του στερνή φορά η στεριά.
Στο τελευταίο ταξίδι σου κανείς δε σε προσμένει,
ξεθώριασαν τα φώτα σου στη μαύρη σκοτεινιά...

Έχτισες το σπίτι σου...


Έχτισες το σπίτι σου γερό, από πέτρα.
Ήρθαν και σου το γκρέμισαν.

Έχτισες το σπίτι σου πρόχειρα, από λάσπη και κλαριά.
Το γκρέμισαν κι’ αυτό.

Έχτισες το σπίτι σου από ξύλο.
Ήρθαν και το έκαψαν.

Έχτισες σπίτια από τούβλα, από χώμα, από καραβόπανο, από άχυρα.
Μάταιος κόπος. Ότι και να έκανες, έρχονταν πάντα να γκρεμίσουν τα όνειρά σου.

Έμαθες πια.
Τώρα το σπίτι σου είναι χτισμένο μόνο από σάρκα και αίμα.
Κι’ όσες φορές κι’ αν σε διώξουν, το παίρνεις μαζί σου.

Το ξένο χώμα


Έσκαβες το χώμα με δύναμη
το ξένο χώμα, το πικρό, το χέρσο
εκείνο που σου δώσανε, είπαν, σαν «αποζημίωση»

Έσκαβες με δύναμη, για να ξεχάσεις
λες και θα μπορούσες ποτέ να ξεχάσεις
τη γη σου, την ευλογημένη
τον ξεριζωμό
την Αννούλα σου, που δεν είναι πια

λες και θα μπορούσες ποτέ να ξεχάσεις τον τόπο σου...




Θυμάμαι


Ακόμα θυμάμαι. Δυο μαύρα μάτια που καίγανε μέσα στη νύχτα. Πριν ξεσπάσει η άλλη φωτιά. Εκείνη που δεν έλεγε να σβήσει, κι’ όμως τά’σβηνε όλα στο διάβα της.

Δεν έχω ξεχάσει. Τη μυρωδιά του ασβέστη, στην αυλή. Τη μυρωδιά του φρεσκοβαμμένου ασβέστη. Και τους μενεξέδες.
Οι μυρωδιές μας σημαδεύουν, λένε.  Ξυπνάνε εικόνες για πάντα θαμμένες. Βαθιά θαμμένες. Βαθιά, κάτω από τη γη. Σαν τη ζωή μας.

Η μυρωδιά του ασβέστη πάντα με ξυπνάει, πάντα με ζωντανεύει. Κι’ είναι σαν να σβήνει για λίγο από τα ρουθούνια μου εκείνη την άλλη μυρωδιά. Τη μυρωδιά της τελευταίας ανάμνησης, που τα σκέπασε όλα. Τη μυρωδιά του αίματος.

Ο πόλεμος


Ρήγας καρό.
Ντάμα σπαθί.
Άσσος κούπα.
Φάντης μπαστούνι.
Έφτιαξες ένα στρατό από τραπουλόχαρτα και τον έστρεψες προς το μέρος μου.

«Έλα να πολεμήσουμε», είπες.
Κόντεψα να βάλω τα γέλια. «Να πολεμήσουμε;» σε ρώτησα. «Με τραπουλόχαρτα;»
«Δεν έχει σημασία το μέσο», απάντησες, «μόνο το μήνυμα».
«Και ποιο είναι το μήνυμα;»
«Δεν μπορούμε να αποφύγουμε τον πόλεμο. Γιατί ο πόλεμος γίνεται μέσα μας».

Προκρούστης


Ξαπλώσαμε στο κρεβάτι του Προκρούστη.
«Εγώ ταιριάζω ακριβώς», μου είπες. «Εσύ περισσεύεις».
«Και τι μ’ αυτό;», ρώτησα.
«Μήπως είναι καιρός να κόψουμε κάτι; Κάτι περιττό; Κάτι άχρηστο, ίσως;»
«Δεν έχω κάτι περιττό», απάντησα. «Μόνο τα πόδια και το κεφάλι μου».
«Τα πόδια, πιστεύεις, είναι απαραίτητα;»
«Και βέβαια, για να κινούμαι».
«Και γιατί να κινείσαι; Όλα όσα χρειάζεσαι, βρίσκονται εδώ».
«Δίκιο έχεις, αλλά δεν ξέρω...»
«Σε βλέπω λίγο διστακτικό. Μήπως να κόβαμε το κεφάλι, καλύτερα;»
«Α όχι, όχι! Το κεφάλι το χρειάζομαι για να σκέφτομαι».
Γέλασες. «Μήπως θα ήταν καλύτερα να μη σκέφτεσαι;» ρώτησες. «Αυτή είναι η ρίζα όλων των προβλημάτων σου».
Σε κοίταξα ανήσυχος. «Αλήθεια, ο Προκρούστης που βρίσκεται;» σε ρώτησα για να αλλάξω την κουβέντα.
«Ο Προκρούστης;» είπες. «Σκεφτόταν πολύ. Αλλά μην ανησυχείς. Τώρα πια είναι καλά».